ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ «ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΚΟΣ ΙΔΕΑΣΜΟΣ»

Του Γεωργίου Παπασίμου

Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις στην γείτονα Ιταλία (τρίτη ευρωπαϊκή οικονομική δύναμη), που ξεκίνησαν από το εκλογικό αποτέλεσμα, και την άρνηση του προέδρου της  χώρας Ματαρέλα να αποδεχθεί τον διορισμό, ως υπουργό οικονομικών του Πάολο Σαβόνα, λόγω των θέσεων του για το ευρώ και τον ρόλο της Γερμανίας, άνοιξαν το «κουτί της Πανδώρας».

Και μπορεί να αποφεύχθηκε η άμεση σφοδρή πολιτική κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες για όλο το ευρωπαικό οικοδόμημα, με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Κόντε, που στηρίζεται από τους νικητές των εκλογών ( «Λέγκα του Βορρά» και «Πέντε Αστέρια»), πλην όμως, για πρώτη φορά, αμφισβητείται εν τοις πράγμασι, η γερμανικής έμπνευσης, σκληρή μονεταριστική δημοσιονομική πολιτική, που έχει μετατρέψει τις ευρωπαϊκές χώρες του Νότου σε υπερχρεωμένα «υποζύγια» ενός υφέρποντος επιθετικού οικονομικού εθνικισμού της Γερμανίας, που  έχει επιβληθεί πλήρως στο σημερινό σαθρό  ευρωπαικό οικοδόμημα. Το τελευταίο δεν έγινε τυχαία, αλλά οφείλεται στην τραγική για την Ευρώπη πολιτική της διεύρυνσης, κυρίως με χώρες που αποτελούσαν ιστορικά «ζωτικό» χώρο της Γερμανίας και όχι της εμβάθυνσης, που θα είχε οδηγήσει στη δημιουργία μιας ισχυρής δημοκρατικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στην σημερινή «σκοτεινή εποχή του φθινοπώρου της Αμερικανικής ηγεμονίας» και των τεράστιων γεωπολιτικών συγκρούσεων , που ήδη βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.

Επιλέχθηκε, όμως, η πολιτική της διεύρυνσης με συνέπεια την έλλειψη δημοκρατικής εμβάθυνσης, που χαρακτηρίζει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, καθώς και το ανορθόδοξο εγχείρημα του κοινού νομίσματος, κατά το οποίο, «το κάρο τέθηκε πριν από το άλογο». Οι πολιτικές αυτές αποτελούν τα  «ακανθώδη» προβλήματα, που αποτρέπουν την επίλυση της διπλής κρίσης, του χρέους και της στασιμότητας στον ευρωπαικό χώρο, με συνέπεια την έκρηξη των ακροδεξιών, φασιστικών και ξενοφοβικών κινημάτων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που δημιουργήθηκε στην δεκαετία του 1950, με στόχο να «θεραπεύσει» τις τεράστιες «πληγές», που επέφεραν στις Ευρωπαϊκές Χώρες ο Α’ και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και, αφού, εν τω μεταξύ, διευρύνθηκε και απέκτησε ενιαίο νόμισμα, χωρίς πολιτική και οικονομική ενοποίηση, αποδεικνύεται ότι είναι ένας «γίγαντας με πήλινα πόδια». Έχει μετατραπεί σε κεντρικό πεδίο της βαθειάς, δομικής καπιταλιστικής κρίσης, που «χτυπά δυνατά» έτσι ώστε το οικοδόμημα του Ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης «τρίζει» και να απειλείται με διάλυση. Παρ’όλα αυτά το Ευρωπαϊκό «ιερατείο», υπό την διεύθυνση της Γερμανικής πολιτικοοικονομικής ελίτ, συνεχίζει να «ρίχνει βενζίνη στη φωτιά», επιμένοντας στις σκληρές περιοριστικές πολιτικές λιτότητας, αντί της λήψεως γενναίων ριζοσπαστικών οικονομικών μέτρων, όπως της ανάληψης όλων των χρεών των Ευρωπαϊκών Χωρών από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, που θα οδηγούσε την ισοτιμία του Ευρώ σε λογικότερα επίπεδα, καθώς και την ανάληψη «επιθετικών» αναπτυξιακών πολιτικών σε όλα τα Ευρωπαϊκά Κράτη.

Αυτό, που κατακτήθηκε από τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κινήματος μετά την φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτυπώθηκε ως Ευρωπαϊκό Κράτος Δικαίου και Πρόνοιας, μέσω της εφαρμοσμένης πολιτικής της Δυτικής Σοσιαλδημοκρατίας, σήμερα γκρεμίζεται και ξεθεμελιώνεται στο όνομα της «μυωπικής» και αδιέξοδης νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής της δημοσιονομικής πειθαρχίας, που κυρίως επιβάλει η γερμανική καπιταλιστική «ελίτ».

Αυτή η πολιτική της Ευρωπαϊκής καπιταλιστικής «ελίτ» συνιστά «αυτοκτονία», τόσο στην ήδη εύθραυστη ισορροπία των Ευρωπαϊκών Κοινωνιών, όσο και στην αμιγώς παραγωγική διαδικασία και οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης. Μεγάλο όμως θύμα αυτής της πορείας είναι η Δημοκρατία και το Ευρωπαϊκό Κράτος Δικαίου και Πρόνοιας, αφού ο αποκλεισμός μεγάλων κοινωνικών ομάδων από την παραγωγική διαδικασία και η περιθωριοποίηση αυτών οδηγεί μαθηματικά στον άκρατο εθνικισμό, την κοινωνική αναταραχή και την ξενοφοβία, όπως κατέδειξε με εναργή τρόπο η ιστορική εμπειρία στον Ευρωπαϊκό χώρο στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, που έφερε τη φρίκη του Α’ και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η πολιτική αυτή της λιτότητας δεν είναι καταστρεπτική μόνο για την περιφέρεια και τον Ευρωπαϊκό Νότο, ο οποίος «φλέγεται» στην κυριολεξία, αλλά και για τον μητροπολιτικό καπιταλισμό, και ειδικότερα την Γερμανία, που αποτελεί την «κινητήριο δύναμη» γι’ αυτή την δεσποτική επιβολή, αφού, μακροπρόθεσμα, θα απωλέσει τις αγορές του Ευρωπαϊκού Νότου.

Είναι προφανές, ότι οι επιλογές αυτές του Ευρωπαϊκού «ιερατείου» και της Ευρωπαϊκής καπιταλιστικής «ελίτ» εκφράζουν τον σκληρό πυρήνα του χρηματοπιστωτικού τομέα, του σημερινού «καζινοκαπιταλισμού», ο οποίος, αξιοποιώντας το πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης τις προηγούμενες δεκαετίες, ανέλαβε τα ηνία, στο προσκήνιο, πλέον, και της πολιτικής εξουσίας.

Η σταθερή αντίθεση βορρά νότου στον Ευρωπαϊκό χώρο, είναι αυτή του Βορρά – Νότου, όπου αντιστοιχεί, σε μεγάλο βαθμό, η αντίθεση μητροπολιτικού και περιφερειακού καπιταλισμού, η οποία λαμβάνει εκρηκτικό χαρακτήρα στην σημερινή εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της «μανιακής» επίθεσης των διεθνών κερδοσκόπων. Και μπορεί, στις προηγούμενες δεκαετίες, όπου υπήρχε μία ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, η αντίθεση αυτή να είχε κάπως «ξεθωριάσει», λόγω και των προσπαθειών ενοποίησης της Ευρώπης, σήμερα, όμως, εν μέσω της ισχυρής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, από την τεράστια διόγκωση των χρηματοπιστωτικών «φουσκών», εν σχέσει με την πραγματική παραγωγική οικονομία και βάση, η αντίθεση αυτή επανήλθε, με μεγάλη ένταση, με κύρια αφορμή τα εκρηκτικά δημοσιονομικά προβλήματα και τα τεράστια δημόσια χρέη και ελλείμματα. Χρέη και ελλείμματα, που αφορούν, κυρίως, τις Χώρες του Νότου, με προεξάρχουσα, δυστυχώς, την Ελλάδα, πλην, όμως, αυτά, πέραν των ευθυνών των εθνικών κυβερνήσεων και των εθνικών κερδοσκόπων και «λαμογίων», έχουν, ως βασική αιτία, τις εσωτερικές οικονομικές και πολιτικές δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που οδηγούν στην «ασφυξία» τις αδύναμες Οικονομίες του Νότου, που αποτελούν και μία εκ των βασικών πηγών των πλεονασμάτων του Βορρά.

Πίσω και πέρα από τις ρητορείες και τα φληναφήματα , που κρύβονται για την δικαιολόγηση αυτών των απαράδεκτων, αντιευρωπαϊκών πολιτικών μεταρρυθμίσεων, κρύβεται, αναμφισβήτητα, η προσπάθεια της Γερμανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ να επεκτείνει την οικονομική και, εν συνεχεία, την πολιτική της κυριαρχία, σε όλη την Ευρώπη, μετατρέποντας την Ευρωπαϊκή Ένωση, από χώρο λειτουργίας ισότιμων Κρατών, σε ιδιότυπα «προτεκτοράτα» του Γερμανικού οικονομικού εθνικισμού. Πρόκειται για την υλοποίηση του σχεδίου της «Γερμανοποίησης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της επιβολής του Γερμανικού «Ράϊχ» (Deutsches Reich), όρος, που προέρχεται από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους και χρησιμοποιήθηκε ως ονομασία του ενιαίου Γερμανικού Κράτους, που σχηματίσθηκε το 1871, υπό τον Καγκελάριο της Πρωσίας, Μπίσμαρκ. Έτσι, μετά το Πρώτο Ράϊχ, την περίοδο του Μπίσμαρκ (1871 – 1918), το Δεύτερο Ράϊχ, η περίοδος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1918 – 1933) και το Τρίτο Ράϊχ, Ναζιστική περίοδο του Αδόλφου Χίτλερ (1933 – 1945), η Γερμανική επανένωση του 1991 δημιούργησε τις συνθήκες του νέου Γερμανικού Ράϊχ, το οποίο εκφράζεται σήμερα μέσω του επιθετικού ηγεμονισμού, που εμφανίζει το Βερολίνο. Ο απώτερος και ανομολόγητος στόχος, η υλοποίηση της δημιουργίας της «Μεγάλης Γερμανίας του Ράϊχ», με βασικό «εργαλείο» το κοινό Ευρωπαϊκό νόμισμα, το οποίο, έως τώρα, αποτέλεσε μία εκ των αιτιών των μεγάλων δημοσίων χρεών και της απόκλισης της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των Χωρών, ιδιαίτερα του Νότου και το οποίο, σήμερα, χρησιμοποιείται από την Γερμανία ως μέσο για την άσκηση του νέου οικονομικού, εθνικιστικού ηγεμονισμού της.

Ο κίνδυνος για το ευρωπαικό οικοδόμημα  είναι, πλέον, «ante portas». Απαιτείται άμεση δημιουργία ενός ισχυρού Λαϊκού Ευρωπαϊκού Κινήματος για την απόκρουση και ανατροπή αυτής της εξέλιξης, με βασικό σημείο αναφοράς την Ευρωπαϊκή δημοκρατική ολοκλήρωση και εμβάθυνση και την πρόταξη των αρχών της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης για την υπεράσπιση των Ευρωπαϊκών κεκτημένων της μεταπολεμικής Ευρώπης.

No Replies to "ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ «ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΚΟΣ ΙΔΕΑΣΜΟΣ»"

    Leave a reply

    Your email address will not be published.